Calcarea Carbonica
Γράφει η Μάνια Μεζίτη (Ομιλία κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στο Polis Art cafe, του βιβλίου
Calcarea Carbonica
της Λουκία Πλυτά,
εκδόσεων «ΚΥΜΑ»
Τη Λουκία Πλυτά την
έχω συναντήσει όλες κι όλες δύο φορές. Ό,τι έγραψα, δεν αφορά το ποιητικό
υποκείμενο ως φυσικό πρόσωπο. Αφορά τη δική μου πρόσληψη της δικής της γραφής.
Αυτό είναι και καλό και κακό. Από τη μια, δεν προσεγγίζω την ποίησή της
ανθρωποκεντρικά, άρα μπορώ να είμαι όσο αντικειμενική μου επιτρέπουν οι δικές
μου συμβάσεις, από την άλλη μου λείπουν κομμάτια, τα οποία, ίσως αν είχα στη
διάθεσή μου, να συμπλήρωνα ευκολότερα την εικόνα της δικής της πραγματικότητας.
Ωστόσο, το ελάχιστο που γνώρισα με το πολύ που διάβασα, με οδήγησαν στην
παρακάτω στροφή του Σικελιανού, με την οποία θα ήθελα να ξεκινήσω:
«Γιατί βαθιά μου δόξασα και
πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα
μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερονερίζωσα το νου μου στη
σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα
μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή
χαρά μου…»
Calcarea Carbonica, είναι ο τίτλος του δεύτερου ποιητικού βιβλίου της
Πλυτά. Τίτλος που δανείζεται από ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο, το οποίο σχετίζεται με τον μεταβολισμό του ασβεστίου, χορηγείται
σε όσους επηρεάζονται από το κρύο, αγαπούν τα γλυκά και κουράζονται εύκολα.Από
τις πρώτες σελίδες του βιβλίου η ποιήτρια μας πληροφορεί πως η CalcareaCarbonica-μεταξύ άλλων- έχει την
ικανότητα να διώχνει την πνευματική νωθρότητα και την τάση για φλεγμονές. Το όμοιο θεραπεύεται με όμοιο.
Η ποίηση γιατρεύεται με ποίηση. Το ποιητικό ίαμα προάγει την πνευματική
εγρήγορση, την ψυχική ανάταση, και σε ορισμένες περιπτώσεις, καταπραΰνει τις
φλεγμονές από χρόνια τραύματα και αγκυλώσεις.
Το ποιητικό σύμπαν της Πλυτά μυρίζει λεβάντα και κυπαρισσόμηλο. Ενώνεται με τη γη. Σέβεται την κυριαρχία του βουνού. Έτσι ξορκίζει τον χρόνο και τον φόβο του θανάτου.
Ποιος νοιάζεται να προσέχει
όταν στα μάτια του και ο χρόνος γερνά.
Ο
φόβος του θανάτου είναι σοβαρή δικαιολογία
ίσως
και να μοιάζει με αδικία,
εάν
δεν γνωρίζεις τα θαύματα εκείνα που καταγράφονται
στην
κορυφή κάθε νεογέννητου βουνού.
Υπαινίσσεται, υπονοεί ενώ δανείζεται τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος για να δημιουργήσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα που κεντρίζει τη φαντασία μας. Λυγαριές, ιτιές, βρούβες, ζοχοί, κάθε λογής καρποί - σύμβολα συναισθημάτων.
Μα όσο κι αν νιώθω το αιώνιο
δάκρυ σου
μικρή Ιτιά,
έλεος, εδώ που βρίσκομαι
η ανθρωπότητα
τρέχει πιο γρήγορα από μένα.
Πολυεπίπεδες και ενίοτε συγκρουσιακές οι αναγνώσεις των συμβόλων: η λυγαριά, από τη μια να συμβολίζει ένα όμορφο κορμί, και από την άλλη η ιδιότητά της να μειώνει την ερωτικής επιθυμία:
εάν δεν μισήσεις θανάσιμα το σώμα σου
αποκλείεται ν' αγαπήσεις τον εαυτό σου.
Η ποιήτρια δημιουργεί μια διάφανη
σφαίρα που μας επιτρέπει να δούμε, αλλά όχι απαραίτητα να εισχωρήσουμε. Και
όταν μας το επιτρέπει, χρειάζεται να ψάξουμε πίσω από κάθε σύμβολο, πίσω από
κάθε διφορούμενο σημαινόμενο, πίσω από κάθε έννοια. Θα έλεγα ότι το ποιητικό υποκείμενο
βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, από τη μια τον ονειρικό - επιθυμητό και από
την άλλη τον πραγματικό. Ή, τον συλλογικό – αιώνιο και τον ατομικό –
καθημερινό. Οπρώτος διακατέχεται από έναν προσωπικό ηθικό νόμο, που όμως δεν
μας αποκαλύπτεται εξ ολοκλήρου. Για το μόνο που μας διαβεβαιώνει είναι πως
είναι ενάρετος. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι τέτοιος, εκτός από τον
συμπαντικό;
Γραφή με ιδιαίτερη άνεση και
γνώση ως προς τη χρήση της γλώσσας, αφού δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει εύστοχα
και κομψά εκφράσεις της καθομιλουμένης. Γλώσσα πλούσια σε μεταφορές, αλληγορίες
και σύμβολα που γενικά αποφεύγει την αυτοαναφορά, υιοθετώντας κατά κύριο λόγο το
β΄ενικό πρόσωπο.
Η ταυτότητα του ποιητικού υποκειμένου καθορίζεται κυρίως όταν εκφράζει τα συναισθήματά του με άμεσο τρόπο:
Επίτρεψέ μου λοιπόν ακόμα κάτι να σου πω
όπως τώρα στα βάθη των ματιών μου σε κρατώ
ποτέ κανείς σε ολόκληρη τη ζωή
αγάπη για μένα δε θα νιώσει.
Ωστόσο, η ταυτότητα
μετατοπίζεται συχνά, ενίοτε αλλάζει και γένος.
Ηθελημένα δημιουργεί την αίσθηση
ενός παρακείμενου εαυτού που επιθυμεί να πάρει απόσταση από όσα του συμβαίνουν,
ενός παρατηρητή. Όταν θίγει το κοινωνικό γίγνεσθαι μεταβάλλεται σε
συλλογικό«εμείς».Όταν επιθυμεί να μας
καθοδηγήσει ή να μας διδάξει, υιοθετεί το δεύτερο πληθυντικό:
μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε
Ο άλλος κόσμος, ο ατομικός –
καθημερινός, προσδιορίζεται από την εργασία, τη χώρα – επτά
χρόνους χωρίς Άνοιξη ο κήπος μας Ελλάδα- την πόλη όπου ζει. Τον χαρακτηρίζει η κριτική
απέναντι σε κάθε είδους ατομικισμό. Άλλωστε, η αποκλειστική ενασχόληση με τον
εαυτό θα οδηγήσει νομοτελειακά στη μοναξιά.
Επικεντρώνεται στα χέρια. Μνημονεύει το σώμα. Το κάθε σώμα. Ασφαλώς και εδώ συναντάμε υπερρεαλιστικά
στοιχεία:
Κάθε πρωί φοράω τα τακούνια μου
μπαίνω στο αμάξι μου και τρέχω
πριν με ρουφήξει το δεκάωρο
να ταΐσω τις γάτες.
Η γειτόνισσα τινάζει την αγάπη
ο κύριος αντιγράφει τις κινήσεις μου
αποκλείεται να βρέξει,
μου γνέφει συνθηματικά
και χάνεται βιαστικά
πίσω από τις κουρτίνες.
Η κυρία φοβάται τους λεκέδες.
Εκείνος τη γυναίκα του.
Πατάω γκάζι και χάνομαι.
Οι γάτες χαμογελούν.
Ο ήλιος μας τυφλώνει.
Ένα ποιητικό υποκείμενο που το διακρίνει η
υπαρξιακή αγωνία, με κορυφαία τη στιγμή που προαισθάνεται την έλευση του
αναπάντεχου.
Όταν καταφέρω να ομολογήσω
την επιθυμία μου να εκφραστώ
θα σταματήσω να γράφω
και ο τρόπος που τα γράμματα
δίνουν παράξενες μορφές,
δεν θα είναι απλά και μόνο ένας τρόπος
να δένω σιγά σιγά το σχοινί στο λαιμό μου.
Ελπίζω τότε,
να πάψει το εγκεφαλικό μου τρέμουλο,
καθώς θα εισχωρώ στην αφαίρεση
όχι των λέξεων
ούτε των σκέψεων,
αλλά των συναισθημάτων
που γεννούν οι εικόνες
στα μάτια μου
όταν ηθελημένα ή αθέλητα εστιάζουν
από το περβάζι του ήλιου
στον κόσμο των νεκρών
Ενδιαφέρεται για την ψυχή του άλλου. Επιθυμεί να τη
διδάξει πώς θα αποφύγει τον πόνο. Στον έρωτα, μας λέει, οφείλουμε να
απελευθερωθούμε από τους αρχετυπικούς ρόλους και να ενωθούμε ως ενήλικοι:
Μια γυναίκα ορθώνει το ανάστημά της
στο μητρικό γάλα
Ένας άνδρας καταπίνει
καταργώντας τις πατρικές μνήμες
Κάτι μέσα τους νεκρώνει
κάτι μέσα τους ψηλώνει.
Ή
πέφτοντας θα σηκωθείς
πέφτοντας θα θυμηθείς
πόσο από τον έρωτα κινδυνεύεις
με τον εαυτό σου να συναντηθείς.
Μας μιλάει για τα ριζώματα - βιώματα αυτά που από
τη μια στερούν, από την άλλη δημιουργούν προσδοκίες και καθορίζουν τις μεταξύ
μας σχέσεις. Το ποιητικό υποκείμενο μας εκμυστηρεύεται τον δικό του έρωτά καθώς
τον αποδέχεται, χωρίς να προσπαθεί να τον ερμηνεύσει:
Από καρδιάς σ’ αγαπώ
κι ας μην κατανοώ το απτό του εδάφους το πώς
Αποζητά το ερωτικό άγγιγμα,
υμνεί την αδυναμία της σάρκας, θρηνεί
για το ανολοκλήρωτο:
κοιμάται το φεγγάρι πνιγμένο σε λυγμούς
Ταυτίζει τον έρωτα με τον θάνατο:
και εσύ πολυσύλλαβη αγάπη μου
τόσο δεμένη με το σκοτεινό
να αλαργεύεις λίγο λίγο
σαν δροσιά κλεμμένη από θανάτου άσμα.
Ενώ απειλεί να
αποσυρθεί στο δικό του
υπερκόσμιο σύμπαν
όπου καταγράφονται μύθοι
άγνωστοι στο ευρύ κοινό
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως
έχουμε να κάνουμε με μια πυκνή, δυναμική γραφή, με στοιχεία συμβολιστικά και
υπερρεαλιστικά, η οποία βρίθει νοημάτων, κάποτε υπαινικτικών, άλλοτε ρητών και
άμεσων, πάντοτε όμως με ζητούμενο το ενάρετο και το ευτυχισμένο.
